Ενθαλπία

Συγγραφέας: Δρετάκη Όρσα

σελ. 96
διαστ. 12.2 x 16.5 
1η έκδοση (2019)

ISBN: 978-960-576-943-7 Κατηγορία: Συγγραφέας:

Απόσπασμα

Ο ποιητής της σιωπής

Ένα τόσο δα φως. Ο καπνός βοτάνου μυστικού, τρεμοπαίζει. Μέσα στη κρυφή του λάμψη. Και γύρω, το απέραντο σκοτάδι. Η θαλπωρή της σιωπής. Μακρινό ρόδο. Ζεστασιά που χάνεται στη πάχνη. Κάποτε ήταν ένα άγγιγμα. Που τώρα ακροβατεί στην απουσία. Κάποτε ήταν ενα βλέμμα. Που τώρα περιπλανάται σε πελάγη ξένα. Και σε παράταιρες κραυγές. Ανεπιθύμητων σκέψεων. Κι η σιωπή, ένας Έρω­ντας ταξιδιάρης. Που ανακουφίζει το νου. Εικόνες οικείες. Το μακρινό μειδίαμα της απουσίας. Κόκκινο μέσα στο μέλανα καιρό. Ανατρεπτικό ηχόχρωμα. Απροσδόκητο χάδι. Απροσδιόριστο χάδι. Ως ιερογλυφικό νεύμα που δεν έχει διαβαστεί ακόμα. Από το νου. Γιατί η ψυχή ξέρει. Πάντα ήξερε τις εσχατιές του μακρινού ρόδου. Που το όνομά του σημαίνει φωτεινός. Περικλείεται η σιωπή από μια υποψία αλμύρας. Που δε τολμά να ξεμυτίσει στο κρυφό μειδίαμα του πόνου. Κάτι λείπει. Πάντα κάτι έλειπε. Στο τέλος των οριζόντων, τα ορατά και τα αόρατα. Μαζί. Συνοδοιπόροι σε ταξίδι. Συνυπάρχουσες ώρες με τον ανάγλυφο λόγο. Γυρίζεις το βλέμμα. Η ζεστασιά χάθηκε στο κυανό. Ως άστοχο ρητό. Που δεν ταιριάζει με το εντός σου. Τόσα πολλά χρώματα και εικόνα καμμιά. Μόνο σιωπή. Γαλάζιος καπνός πάνω σ’ αυτό το τόσο δα φως. Αχνοφέγγει δρόμος μακρινός. Δρόμος αναπάντεχος. Η πύλη, χαμένη βασιλεύουσα σε καλεί. Την ανοίγεις. Και βγαίνεις έξω από το εντός σου. Είναι όμορφα εξω. Οι κερασιές έχουν ανθίσει μέσα στο ταξίδι. Και σε περιμένουν να ράνουν με τα άνθη τους παλιές πληγές. Ανακουφίζοντας τον αρχαίο τους πόνο. Ύστερα, ένα εκκωφαντικό λευκό. Το φως που μεγαλώνει. Και ξεφεύγει από τις σχισμάδες των βράχων. Ζεστασιά. Όπως τότε. Που ρουφούσες τ’ άστρη ξαπλωμένος πάνω, στην ακόμα ζεστή πέτρα από έναν αλήτη ήλιο. Από έναν Έρω­ντα- ποιητή της σιωπής.

Ενθαλπία

Συγγραφέας: Δρετάκη Όρσα

σελ. 96
διαστ. 12.2 x 16.5 
1η έκδοση (2019)

ISBN: 978-960-576-943-7 Κατηγορία: Συγγραφέας:

Απόσπασμα

Ο ποιητής της σιωπής

Ένα τόσο δα φως. Ο καπνός βοτάνου μυστικού, τρεμοπαίζει. Μέσα στη κρυφή του λάμψη. Και γύρω, το απέραντο σκοτάδι. Η θαλπωρή της σιωπής. Μακρινό ρόδο. Ζεστασιά που χάνεται στη πάχνη. Κάποτε ήταν ένα άγγιγμα. Που τώρα ακροβατεί στην απουσία. Κάποτε ήταν ενα βλέμμα. Που τώρα περιπλανάται σε πελάγη ξένα. Και σε παράταιρες κραυγές. Ανεπιθύμητων σκέψεων. Κι η σιωπή, ένας Έρω­ντας ταξιδιάρης. Που ανακουφίζει το νου. Εικόνες οικείες. Το μακρινό μειδίαμα της απουσίας. Κόκκινο μέσα στο μέλανα καιρό. Ανατρεπτικό ηχόχρωμα. Απροσδόκητο χάδι. Απροσδιόριστο χάδι. Ως ιερογλυφικό νεύμα που δεν έχει διαβαστεί ακόμα. Από το νου. Γιατί η ψυχή ξέρει. Πάντα ήξερε τις εσχατιές του μακρινού ρόδου. Που το όνομά του σημαίνει φωτεινός. Περικλείεται η σιωπή από μια υποψία αλμύρας. Που δε τολμά να ξεμυτίσει στο κρυφό μειδίαμα του πόνου. Κάτι λείπει. Πάντα κάτι έλειπε. Στο τέλος των οριζόντων, τα ορατά και τα αόρατα. Μαζί. Συνοδοιπόροι σε ταξίδι. Συνυπάρχουσες ώρες με τον ανάγλυφο λόγο. Γυρίζεις το βλέμμα. Η ζεστασιά χάθηκε στο κυανό. Ως άστοχο ρητό. Που δεν ταιριάζει με το εντός σου. Τόσα πολλά χρώματα και εικόνα καμμιά. Μόνο σιωπή. Γαλάζιος καπνός πάνω σ’ αυτό το τόσο δα φως. Αχνοφέγγει δρόμος μακρινός. Δρόμος αναπάντεχος. Η πύλη, χαμένη βασιλεύουσα σε καλεί. Την ανοίγεις. Και βγαίνεις έξω από το εντός σου. Είναι όμορφα εξω. Οι κερασιές έχουν ανθίσει μέσα στο ταξίδι. Και σε περιμένουν να ράνουν με τα άνθη τους παλιές πληγές. Ανακουφίζοντας τον αρχαίο τους πόνο. Ύστερα, ένα εκκωφαντικό λευκό. Το φως που μεγαλώνει. Και ξεφεύγει από τις σχισμάδες των βράχων. Ζεστασιά. Όπως τότε. Που ρουφούσες τ’ άστρη ξαπλωμένος πάνω, στην ακόμα ζεστή πέτρα από έναν αλήτη ήλιο. Από έναν Έρω­ντα- ποιητή της σιωπής.

X