Η Μεγάλη Παρασκευή των Ρασοευχήδων

Συγγραφέας: Μπαμπασάκης Γιώργος-Ίκαρος

σελ. 48
διαστ. 14.5 x 21.5
1η έκδοση (2013)

ISBN: 978-960-336-930-1 Κατηγορία: Συγγραφέας:

7,42 με φ.π.α.

Η Μεγάλη Παρασκευή των Ρασοευχήδων

7,42 με φ.π.α.

Κράτηση και παραλαβή από κοντινό σας βιβλιοπωλείο

Κράτηση

Οι εκδόσεις Γαβριηλίδης και ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης συνέλαβαν την ιδέα της εκπόνησης των Αιφνίδιων Ντοκιμαντέρ. Πρόκειται για βιβλία-ντοκουμέντα που εντοπίζουν εστίες πυρός, για να θυμηθούμε τον παίκτη/ρέκτη Νικόλα Κάλας, φωλιές ιδεών, λέσχες ονείρων, καταγώγια καταγωγής, προσωπικότητες-οδοδείκτες.

Τρεις νέοι ποιητές, κι ένας μεγαλύτερός τους, ο σπουδαίος Νίκος Καρούζος, ξεκίνησαν για το Άγιον Όρος. Τότε που η μέθη ήταν και νηφάλιος, τότε που η αθωότητα ήταν και παράφορη, τότε που τα όνειρα ήταν και πραγματικότητα. Τότε που η καρδιά μας ήταν κόκκινη και τα μάτια μας, ό,τι χρώμα κι αν είχαν, ήσαν γαλάζια. […] Η ιστορία ξεκίνησε από τα «Παπάκια», το μπαρ στην Ηριδανού, που διηύθυνε με τρελό βραχνό μπρίο και αριστοκρατική αυστηρότητα η κυρία Μ.Κ. Συνεχίστηκε στην τότε κα τοικία μου, στα υπόγεια της θρυλικής πολυ κατοικίας της οδού Καλλισπέρη. Κατόπιν, στους δρόμους της Αθήνας, στην κατοικία του Νίκου Καρούζου, στην Αλεξάνδρου Σούτσου, στον Σταθμό Λαρίσης, στην Εθνική Οδό Αθηνών-Λαμίας, σε έναν ερημότοπο κοντά στη Στυλίδα. Τέλος, στην οδό Πατησίων. Υπήρξε και μια αλλόκοτη συνέχεια, με ένα κείμενο του Καρούζου, την απώλεια του εν λόγω κειμένου (ή την υπεξαίρεσή του – ποιος ξέρει από ποιον και για ποιους ανεξιχνίαστους έως σήμερα λόγους), την κλήση μας σε απολογία από τον Καρούζο, την επινόηση μιας εξωφρενικής δικαιολογίας από το πυραυλοκίνητο μυαλό του Κακουλίδη, και άλλα.

(Από τον πρόλογο του Γ.-Ι. Μπαμπασάκη)

Έγραψαν

Ξενοφών Μπρουντζάκης – Το Ποντίκι

Απόσπασμα

[…] Ο Θάνος, γεννημένος μ’ ένα τσιγάρο ανάμεσα στο δείχτη και στο μέσο, έλεγε πως ο καθένας κουβαλάει τους εφιάλτες του, ενώ ο Νίκος τέλειωνε με τα Ούντεμπεργκ κι άρχιζε πάλι τις καψυποψίες του. Ότι έχω, λέει, κρυμμένο ουίσκι και δεν του το δίνω. «Τρελός είσαι;» ξέσπασα. Ανόητο ξέσπασμα. Ανόητο ερώτημα. «Μα δεν με ξέρεις τόσα χρόνια; Είναι δυνατόν να σου στερήσω κάτι; Είναι δυνατόν να στερήσω κάτι από οποιονδήποτε;»

Η Μεγάλη Παρασκευή των Ρασοευχήδων

Συγγραφέας: Μπαμπασάκης Γιώργος-Ίκαρος

σελ. 48
διαστ. 14.5 x 21.5
1η έκδοση (2013)

ISBN: 978-960-336-930-1 Κατηγορία: Συγγραφέας:

7,42 με φ.π.α.

Η Μεγάλη Παρασκευή των Ρασοευχήδων

7,42 με φ.π.α.

Κράτηση και παραλαβή από κοντινό σας βιβλιοπωλείο

Οι εκδόσεις Γαβριηλίδης και ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης συνέλαβαν την ιδέα της εκπόνησης των Αιφνίδιων Ντοκιμαντέρ. Πρόκειται για βιβλία-ντοκουμέντα που εντοπίζουν εστίες πυρός, για να θυμηθούμε τον παίκτη/ρέκτη Νικόλα Κάλας, φωλιές ιδεών, λέσχες ονείρων, καταγώγια καταγωγής, προσωπικότητες-οδοδείκτες.

Τρεις νέοι ποιητές, κι ένας μεγαλύτερός τους, ο σπουδαίος Νίκος Καρούζος, ξεκίνησαν για το Άγιον Όρος. Τότε που η μέθη ήταν και νηφάλιος, τότε που η αθωότητα ήταν και παράφορη, τότε που τα όνειρα ήταν και πραγματικότητα. Τότε που η καρδιά μας ήταν κόκκινη και τα μάτια μας, ό,τι χρώμα κι αν είχαν, ήσαν γαλάζια. […] Η ιστορία ξεκίνησε από τα «Παπάκια», το μπαρ στην Ηριδανού, που διηύθυνε με τρελό βραχνό μπρίο και αριστοκρατική αυστηρότητα η κυρία Μ.Κ. Συνεχίστηκε στην τότε κα τοικία μου, στα υπόγεια της θρυλικής πολυ κατοικίας της οδού Καλλισπέρη. Κατόπιν, στους δρόμους της Αθήνας, στην κατοικία του Νίκου Καρούζου, στην Αλεξάνδρου Σούτσου, στον Σταθμό Λαρίσης, στην Εθνική Οδό Αθηνών-Λαμίας, σε έναν ερημότοπο κοντά στη Στυλίδα. Τέλος, στην οδό Πατησίων. Υπήρξε και μια αλλόκοτη συνέχεια, με ένα κείμενο του Καρούζου, την απώλεια του εν λόγω κειμένου (ή την υπεξαίρεσή του – ποιος ξέρει από ποιον και για ποιους ανεξιχνίαστους έως σήμερα λόγους), την κλήση μας σε απολογία από τον Καρούζο, την επινόηση μιας εξωφρενικής δικαιολογίας από το πυραυλοκίνητο μυαλό του Κακουλίδη, και άλλα.

(Από τον πρόλογο του Γ.-Ι. Μπαμπασάκη)

Έγραψαν

Ξενοφών Μπρουντζάκης – Το Ποντίκι

Απόσπασμα

[…] Ο Θάνος, γεννημένος μ’ ένα τσιγάρο ανάμεσα στο δείχτη και στο μέσο, έλεγε πως ο καθένας κουβαλάει τους εφιάλτες του, ενώ ο Νίκος τέλειωνε με τα Ούντεμπεργκ κι άρχιζε πάλι τις καψυποψίες του. Ότι έχω, λέει, κρυμμένο ουίσκι και δεν του το δίνω. «Τρελός είσαι;» ξέσπασα. Ανόητο ξέσπασμα. Ανόητο ερώτημα. «Μα δεν με ξέρεις τόσα χρόνια; Είναι δυνατόν να σου στερήσω κάτι; Είναι δυνατόν να στερήσω κάτι από οποιονδήποτε;»

X